Αναλυτική Ομάδα
GR I EN
Η Αναλυτική Ομάδα είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας στην οποία η θεραπευτική εργασία πραγματοποιείται μέσα σε μια σταθερή ομάδα ανθρώπων και βασίζεται στην ψυχαναλυτική κατανόηση της ανθρώπινης ψυχικής ζωής και των σχέσεων. Δεν πρόκειται για ομάδα συζήτησης, για σεμινάριο αυτογνωσίας ή για μια συνάντηση ανθρώπων που αντιμετωπίζουν απαραίτητα το ίδιο πρόβλημα. Πρόκειται για ένα σταθερό θεραπευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε μέλος έχει τη δυνατότητα να διερευνήσει τον εαυτό του, τις σχέσεις του, τις συγκρούσεις του και τους επαναλαμβανόμενους τρόπους με τους οποίους συνδέεται με τους άλλους.
Η βασική ιδέα της αναλυτικής ομάδας είναι ότι ο ψυχικός κόσμος του ανθρώπου δεν διαμορφώνεται σε απομόνωση. Από την αρχή της ζωής μας υπάρχουμε μέσα σε σχέσεις. Οι πρώτες σχέσεις με τους γονείς και τα άλλα σημαντικά πρόσωπα, οι τρόποι με τους οποίους βιώσαμε την εγγύτητα και την απόσταση, την αγάπη και την εξάρτηση, την αποδοχή και την απόρριψη, την επιθυμία, τον ανταγωνισμό, τη ζήλια, την απώλεια και την ασφάλεια αφήνουν ίχνη στον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε αργότερα.
Πολλά από αυτά τα ίχνη δεν είναι συνειδητά. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει ότι δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, ότι φοβάται την απόρριψη, ότι αισθάνεται συχνά πως οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν ή ότι επαναλαμβάνει σχέσεις που τελικά τον πληγώνουν, χωρίς να μπορεί να κατανοήσει πλήρως γιατί συμβαίνει αυτό. Μπορεί να αναγνωρίζει το αποτέλεσμα ενός επαναλαμβανόμενου τρόπου σχέσης χωρίς να αναγνωρίζει ακόμη τις ασυνείδητες δυνάμεις που τον οργανώνουν.
Στην αναλυτική ομάδα αυτοί οι τρόποι σχέσης δεν αποτελούν μόνο αντικείμενο συζήτησης. Σταδιακά εμφανίζονται μέσα στην ίδια την ομάδα. Εκεί βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες δυνατότητες της ομαδικής αναλυτικής θεραπείας: όσα ένας άνθρωπος επαναλαμβάνει στις σχέσεις του μπορούν να εμφανιστούν μέσα σε ένα σταθερό θεραπευτικό πλαίσιο, να παρατηρηθούν, να αποκτήσουν νόημα και, με τον χρόνο, να αρχίσουν να μεταβάλλονται.
Η ομάδα ως θεραπευτικό πεδίο
Στην ατομική θεραπεία ο θεραπευόμενος μπορεί να μιλήσει για τις σχέσεις του. Στην ομάδα, εκτός από το να μιλά γι’ αυτές, αρχίζει αναπόφευκτα να δημιουργεί σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπευτική εργασία δεν περιορίζεται σε όσα αφηγείται κάποιος για τη ζωή του έξω από την ομάδα. Περιλαμβάνει και όσα συμβαίνουν ανάμεσα στα μέλη την ώρα που βρίσκονται μαζί.
Κάποιος μπορεί να αισθανθεί κοντά σε ένα μέλος και μακριά από ένα άλλο. Μπορεί να αισθανθεί ότι κάποιος τον καταλαβαίνει, ότι κάποιος άλλος τον αγνοεί ή ότι ένας τρίτος καταλαμβάνει περισσότερο χώρο από όσο θα ήθελε. Μπορεί να εμφανιστούν θαυμασμός, ανταγωνισμός, ζήλια, θυμός, φόβος, τρυφερότητα, δυσπιστία, έλξη, απογοήτευση ή η επιθυμία να αποσυρθεί.
Μπορεί να φοβάται ότι θα κριθεί και να δυσκολεύεται να μιλήσει. Μπορεί να καταλαμβάνει πολύ χώρο ή σχεδόν καθόλου. Να προσπαθεί συνεχώς να βοηθά τους άλλους ή να αισθάνεται υπεύθυνος για τα συναισθήματά τους. Να επιδιώκει την αποδοχή, να αποφεύγει κάθε σύγκρουση, να δημιουργεί συμμαχίες, να αισθάνεται ότι βρίσκεται στο περιθώριο, να θυμώνει όταν κάποιος άλλος τραβά την προσοχή ή να περιμένει από τον θεραπευτή να τον προστατεύσει, να τον δικαιώσει ή να του υποδείξει τι πρέπει να κάνει.
Αυτές οι εμπειρίες δεν αποτελούν παρεκκλίσεις από τη θεραπεία. Αποτελούν μέρος του ίδιου του θεραπευτικού υλικού.
Η ομάδα δημιουργεί ένα κοινωνικό και ψυχικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορούν να εμφανιστούν, σε πραγματικό χρόνο, τρόποι σχέσης που υπάρχουν και έξω από αυτήν. Ο θεραπευόμενος δεν παρατηρεί μόνο εκ των υστέρων τις δυσκολίες του· μπορεί να τις συναντήσει μέσα στις σχέσεις που αναπτύσσονται στο θεραπευτικό πλαίσιο.
Αυτό επιτρέπει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: η κατανόηση δεν παραμένει μόνο διανοητική. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει επί χρόνια ότι «φοβάται την απόρριψη». Είναι διαφορετικό όμως να μπορέσει να παρατηρήσει τη στιγμή κατά την οποία περιμένει την απόρριψη από ένα μέλος της ομάδας, να δει πώς ερμηνεύει τη συμπεριφορά του άλλου, πώς αντιδρά σε αυτήν και πώς ίσως συμβάλλει ο ίδιος, χωρίς να το γνωρίζει, στη δημιουργία μιας σχέσης που επιβεβαιώνει τον φόβο του.
Το παρελθόν μέσα στο παρόν
Η παιδική ηλικία, η οικογένεια, οι προηγούμενες σχέσεις, οι απώλειες, οι συγκρούσεις και οι τραυματικές εμπειρίες μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν σημαντικό μέρος της θεραπευτικής διερεύνησης. Η αναλυτική εργασία όμως δεν περιορίζεται στην ανακατασκευή του παρελθόντος.
Το παρελθόν τείνει να επανεμφανίζεται στο παρόν.
Ο άνθρωπος που έμαθε ότι πρέπει να είναι πάντοτε χρήσιμος για να αγαπηθεί μπορεί να γίνει εκείνος που φροντίζει όλους τους άλλους στην ομάδα και δυσκολεύεται να επιτρέψει στους άλλους να φροντίσουν τον ίδιο. Εκείνος που περιμένει την απόρριψη μπορεί να αντιλαμβάνεται την ουδετερότητα ως απόρριψη. Εκείνος που φοβάται την εξάρτηση μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ότι η ομάδα έχει αρχίσει να γίνεται σημαντική γι’ αυτόν. Κάποιος που έμαθε να αποσύρεται όταν οι ανάγκες των άλλων γίνονται έντονες μπορεί να παραμένει σιωπηλός ακόμη και όταν έχει πολλά να πει.
Αυτό που αρχικά εμφανίζεται ως «χαρακτήρας», ως αυτονόητη αντίδραση ή ως κάτι που «έτσι είμαι εγώ», μπορεί σταδιακά να γίνει αντικείμενο σκέψης. Γιατί αισθάνομαι έτσι με αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί σωπαίνω τώρα; Γιατί φοβάμαι ότι θα με απορρίψουν; Γιατί με θυμώνει τόσο πολύ αυτό που ειπώθηκε; Γιατί χρειάζομαι την επιβεβαίωση των άλλων; Γιατί αισθάνομαι ότι δεν υπάρχει χώρος για μένα; Γιατί όταν κάποιος με πλησιάζει αισθάνομαι την ανάγκη να απομακρυνθώ;
Η μετάβαση από την αυτόματη επανάληψη στην παρατήρηση, από την παρατήρηση στην κατανόηση και από την κατανόηση στη δυνατότητα διαφορετικής ψυχικής και σχεσιακής ανταπόκρισης αποτελεί κεντρικό μέρος της θεραπευτικής εργασίας.
Οι άλλοι δεν είναι απλώς ακροατές
Στην Αναλυτική Ομάδα τα υπόλοιπα μέλη δεν βρίσκονται εκεί για να ακούσουν παθητικά την ιστορία ενός ανθρώπου. Κάθε μέλος επηρεάζει και επηρεάζεται από τους άλλους.
Μια εμπειρία που περιγράφει κάποιος μπορεί να κινητοποιήσει μια ανάμνηση σε κάποιον άλλο. Η σιωπή ενός μέλους μπορεί να προκαλέσει θυμό σε ένα δεύτερο και αγωνία σε ένα τρίτο. Ένα πρόσωπο μπορεί να θυμίζει ασυνείδητα σε κάποιον τον πατέρα του, σε άλλον έναν αδελφό και σε έναν τρίτο ένα πρόσωπο απέναντι στο οποίο αισθανόταν πάντοτε ανταγωνιστικά.
Δημιουργείται έτσι ένα σύνθετο δίκτυο σχέσεων, συναισθημάτων, ταυτίσεων, προβολών, μεταβιβάσεων και αντιδράσεων. Στην ομαδικοαναλυτική θεωρία, ο Foulkes περιέγραψε αυτό το κοινό σχεσιακό και επικοινωνιακό πεδίο με τον όρο group matrix — ομαδική μήτρα. Το άτομο δεν χάνεται μέσα στην ομάδα· αντιθέτως, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο υπάρχει μέσα σε αυτό το δίκτυο μπορεί να γίνει περισσότερο ορατός.
Η παρουσία πολλών ανθρώπων δημιουργεί επίσης κάτι που δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τον ίδιο τρόπο σε μια σχέση δύο προσώπων: πολλαπλές οπτικές του ίδιου ανθρώπου. Κάποιος μπορεί να ανακαλύψει ότι ένα χαρακτηριστικό του που ο ίδιος θεωρεί αδυναμία βιώνεται από άλλους ως ευαισθησία, ή ότι μια συμπεριφορά που θεωρούσε απλώς «ειλικρίνεια» βιώνεται από ορισμένους ως επιθετικότητα. Δεν πρόκειται για το ποιος έχει «δίκιο». Πρόκειται για τη δυνατότητα να αποκτήσει κανείς μια πλουσιότερη και περισσότερο σύνθετη εικόνα του εαυτού του και του τρόπου με τον οποίο σχετίζεται.
Μεταβίβαση και πολλαπλές σχέσεις
Στην ατομική ψυχαναλυτική θεραπεία σημαντικό μέρος της θεραπευτικής εργασίας αφορά τη μεταβίβαση προς τον θεραπευτή. Στην ομάδα η κατάσταση είναι περισσότερο σύνθετη.
Μεταβιβαστικές σχέσεις μπορούν να αναπτυχθούν προς τον θεραπευτή, προς συγκεκριμένα μέλη, προς υποομάδες αλλά και προς την ομάδα ως σύνολο. Ένα μέλος μπορεί να βιώνεται σαν μεγαλύτερος αδελφός, ένα άλλο σαν ανταγωνιστής, ένα άλλο σαν εύθραυστο πρόσωπο που πρέπει να προστατευθεί. Ο θεραπευτής μπορεί να βιώνεται ως αυθεντία, ως αδιάφορος γονέας, ως πρόσωπο που προτιμά τους άλλους ή ως εκείνος που υποτίθεται ότι πρέπει να αποκαταστήσει κάθε αδικία και να λύσει κάθε σύγκρουση.
Η αναλυτική εργασία δεν αντιμετωπίζει αυτές τις εμπειρίες ως «λάθη» που πρέπει απλώς να διορθωθούν. Ενδιαφέρεται να κατανοήσει τι σημαίνουν ψυχικά, από πού προέρχονται και τι αποκαλύπτουν για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος οργανώνει τις σχέσεις του.
Καθρέφτισμα και αναγνώριση του εαυτού
Μερικές φορές είναι ευκολότερο να αναγνωρίσουμε κάτι δικό μας όταν το συναντήσουμε πρώτα σε έναν άλλον άνθρωπο.
Κάποιος μπορεί να ενοχλείται έντονα από την εξάρτηση ενός άλλου μέλους και αργότερα να αναγνωρίσει πόσο δύσκολο είναι για τον ίδιο να αποδεχθεί τις δικές του ανάγκες εξάρτησης. Κάποιος μπορεί να θαυμάζει την ικανότητα ενός άλλου να θυμώνει και σταδιακά να αντιληφθεί πόσο απαγορευμένος υπήρξε ο θυμός στη δική του ζωή. Κάποιος άλλος μπορεί να αναγνωρίσει σε ένα μέλος της ομάδας μια ευαλωτότητα που στον εαυτό του είχε μάθει να περιφρονεί.
Αυτή η λειτουργία του καθρεφτίσματος (mirroring) αποτελεί μία από τις ιδιαίτερες δυνατότητες της ομάδας. Τα μέλη γίνονται πολλαπλοί καθρέφτες ο ένας για τον άλλον, όχι επειδή αντανακλούν μια αντικειμενική και μοναδική «αλήθεια», αλλά επειδή επιτρέπουν να γίνουν ορατές διαφορετικές πλευρές του εαυτού και των σχέσεων.
Η ομάδα δεν είναι χώρος παροχής συμβουλών
Η Αναλυτική Ομάδα δεν έχει ως κύριο σκοπό να προσφέρει έτοιμες λύσεις για το πώς πρέπει να ζήσει κανείς.
Ο θεραπευτής δεν βρίσκεται εκεί για να αποφασίσει ποια σχέση πρέπει να τελειώσει, ποια δουλειά πρέπει να επιλεγεί ή ποια απόφαση είναι «σωστή». Ούτε τα υπόλοιπα μέλη καλούνται να λειτουργήσουν ως σύμβουλοι που γνωρίζουν καλύτερα τι πρέπει να κάνει κάποιος άλλος.
Το ενδιαφέρον στρέφεται περισσότερο προς την κατανόηση: Τι συμβαίνει μέσα μου; Τι επαναλαμβάνεται; Γιατί αυτή η κατάσταση με επηρεάζει τόσο έντονα; Τι περιμένω από τον άλλον; Τι φοβάμαι ότι θα συμβεί; Γιατί βρίσκομαι ξανά σε μια παρόμοια θέση; Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή ανάμεσα σε εμένα και στους ανθρώπους γύρω μου;
Η θεραπευτική αλλαγή δεν επιδιώκεται μέσω συμμόρφωσης προς μια συμβουλή. Επιδιώκεται μέσα από τη σταδιακή διεύρυνση της δυνατότητας του ανθρώπου να σκέφτεται τον εαυτό του και τις σχέσεις του, να αναγνωρίζει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του, να αντέχει μεγαλύτερο βαθμό ψυχικής πολυπλοκότητας και να αποκτά περισσότερη ελευθερία απέναντι σε τρόπους σχέσης που μέχρι τότε επαναλαμβάνονταν σχεδόν αναγκαστικά.
Ο ρόλος του θεραπευτή
Ο θεραπευτής της ομάδας δεν λειτουργεί ως αρχηγός μιας συζήτησης ούτε ως δάσκαλος που δίνει διαδοχικά τον λόγο στα μέλη. Φροντίζει το θεραπευτικό πλαίσιο και παρακολουθεί τόσο το άτομο όσο και την ομάδα ως σύνολο.
Ακούει όχι μόνο τι λέγεται αλλά και τι συμβαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους: ποιος μιλά μετά από ποιον, ποιες σιωπές εμφανίζονται, ποια θέματα επανέρχονται, ποιες συμμαχίες δημιουργούνται, τι αποφεύγεται, ποια συναισθήματα είναι δύσκολο να γίνουν ανεκτά και τι μπορεί να εκφράζει η ομάδα χωρίς ακόμη να μπορεί να το σκεφτεί.
Οι παρεμβάσεις του αποσκοπούν στο να διευκολύνουν την αναλυτική εργασία και να αυξάνουν τη δυνατότητα της ομάδας να σκέφτεται όσα βιώνει. Δεν έχει σκοπό να υποκαταστήσει τη δική της ψυχική εργασία ούτε να γίνει το μοναδικό πρόσωπο μέσω του οποίου επικοινωνούν τα μέλη. Στην ομαδικοαναλυτική παράδοση ο θεραπευτής περιγράφεται συχνά ως conductor, ακριβώς επειδή η θεραπευτική λειτουργία αναπτύσσεται μέσα στο συνολικό δίκτυο της ομάδας και δεν συγκεντρώνεται αποκλειστικά πάνω του.
Σε ποιους μπορεί να απευθύνεται η Αναλυτική Ομάδα
Η Αναλυτική Ομάδα μπορεί να απευθύνεται σε ανθρώπους που αναζητούν θεραπεία και επιθυμούν να κατανοήσουν βαθύτερα τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν τον εαυτό τους και σχετίζονται με τους άλλους.
Μπορεί να είναι κατάλληλη για ανθρώπους που παρατηρούν ότι ορισμένες δυσκολίες επαναλαμβάνονται στη ζωή τους: δυσκολία στην εγγύτητα ή στη δέσμευση, φόβο εγκατάλειψης ή απόρριψης, έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης, δυσκολία εμπιστοσύνης, μοναξιά ακόμη και παρουσία άλλων ανθρώπων, δυσκολία έκφρασης επιθυμιών και ορίων, επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις, υπερβολική προσαρμογή στις ανάγκες των άλλων ή επαναλαμβανόμενες σχέσεις που καταλήγουν με παρόμοιο τρόπο.
Μπορεί επίσης να αφορά ανθρώπους που βιώνουν άγχος, καταθλιπτικά συναισθήματα, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ντροπή, ενοχή, δυσκολίες γύρω από την ταυτότητα ή μια γενικότερη αίσθηση ότι κάτι στη ζωή ή στις σχέσεις τους δεν λειτουργεί όπως θα ήθελαν, χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν επαρκώς το γιατί.
Δεν είναι απαραίτητο κάποιος να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι «χρειάζεται ομαδική θεραπεία». Πολλοί άνθρωποι αναζητούν απλώς ψυχοθεραπεία και η δυνατότητα συμμετοχής σε αναλυτική ομάδα προκύπτει κατά τη διερεύνηση του αιτήματός τους.
Δεν χρειάζεται επίσης να είναι κανείς «κοινωνικός» ή εξωστρεφής για να συμμετάσχει. Ούτε χρειάζεται να αισθάνεται εξαρχής άνετα μιλώντας μπροστά σε άλλους. Η δυσκολία να μιλήσει, να εμπιστευτεί, να διεκδικήσει χώρο ή να αισθανθεί ότι ανήκει μπορεί να αποτελεί ακριβώς μέρος αυτού που μπορεί να διερευνηθεί θεραπευτικά.
Ο φόβος της ομάδας
Για πολλούς ανθρώπους η ιδέα μιας θεραπευτικής ομάδας προκαλεί αρχικά μεγαλύτερη αμηχανία ή φόβο από την ιδέα μιας ατομικής θεραπείας. Μπορεί να αναρωτιούνται αν θα μπορέσουν να μιλήσουν μπροστά σε άλλους, αν θα κριθούν, αν θα χρειαστεί να αποκαλύψουν πράγματα που δεν θέλουν ή αν τα προβλήματά τους θα φανούν ασήμαντα σε σύγκριση με εκείνα των άλλων.
Οι ανησυχίες αυτές είναι κατανοητές. Κανένα μέλος δεν αναμένεται να αποκαλύψει προσωπικές εμπειρίες πριν αισθανθεί ότι μπορεί. Η εμπιστοσύνη δεν θεωρείται προϋπόθεση που πρέπει να υπάρχει από την πρώτη συνάντηση· είναι κάτι που οικοδομείται μέσα στον χρόνο.
Μάλιστα, πολλές από τις αρχικές ανησυχίες για την ομάδα μπορεί αργότερα να αποκτήσουν θεραπευτικό ενδιαφέρον. Ο φόβος ότι «οι άλλοι θα με κρίνουν», ότι «δεν θα υπάρχει χώρος για μένα» ή ότι «δεν θα έχω τίποτε σημαντικό να πω» μπορεί να συνδέεται με πολύ ευρύτερους τρόπους με τους οποίους ένας άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του στις σχέσεις του.
Πότε η Αναλυτική Ομάδα μπορεί να μην είναι το κατάλληλο πλαίσιο
Η ομαδική θεραπεία δεν αποτελεί την κατάλληλη επιλογή για κάθε άνθρωπο ούτε για κάθε χρονική περίοδο της ζωής του. Η καταλληλότητα δεν μπορεί να αποφασιστεί μέσα από μια απλή λίστα συμπτωμάτων.
Χρειάζεται να εξεταστούν η φύση του θεραπευτικού αιτήματος, η παρούσα ψυχική κατάσταση του ενδιαφερομένου, η δυνατότητά του να λειτουργήσει μέσα σε ένα ομαδικό πλαίσιο, η δυνατότητα τήρησης των ορίων και της εμπιστευτικότητας, η δυνατότητα σταθερής συμμετοχής και η σύνθεση της συγκεκριμένης ομάδας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί καταλληλότερη η ατομική θεραπεία. Σε άλλες μπορεί να είναι χρήσιμο να προηγηθεί μια περίοδος ατομικής θεραπευτικής εργασίας και να εξεταστεί αργότερα η δυνατότητα ένταξης σε ομάδα.
Για τον λόγο αυτό, η εκδήλωση ενδιαφέροντος δεν συνεπάγεται αυτόματη ένταξη στην ομάδα.
Από το πρώτο αίτημα μέχρι την ένταξη
Η πρώτη επικοινωνία
Η διαδικασία αρχίζει με την υποβολή αιτήματος επικοινωνίας.
Στο αρχικό αίτημα δεν χρειάζεται κάποιος να περιγράψει ολόκληρη την προσωπική του ιστορία ούτε να αναφέρει μέσω ηλεκτρονικής φόρμας λεπτομέρειες που δεν επιθυμεί να κοινοποιήσει. Αρκεί μια σύντομη περιγραφή του λόγου για τον οποίο αναζητά θεραπεία και, εφόσον το γνωρίζει ήδη, του ενδιαφέροντός του για την Αναλυτική Ομάδα.
Το αίτημα εξετάζεται και, εφόσον υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, μπορεί να ακολουθήσει επικοινωνία για προκαταρκτική συνάντηση.
Οι προκαταρκτικές συναντήσεις
Η ένταξη σε μια αναλυτική ομάδα δεν αποτελεί απλή εγγραφή. Προηγείται διαδικασία αξιολόγησης και προετοιμασίας.
Οι προκαταρκτικές συναντήσεις δίνουν στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να μιλήσει με μεγαλύτερη ελευθερία για το αίτημά του, τις δυσκολίες που τον απασχολούν, τις σημαντικές σχέσεις και εμπειρίες της ζωής του, τυχόν προηγούμενες θεραπείες και τις προσδοκίες ή τους φόβους του σχετικά με τη θεραπεία.
Παράλληλα, επιτρέπουν να διερευνηθεί εάν η συγκεκριμένη ομάδα μπορεί να αποτελέσει κατάλληλο θεραπευτικό πλαίσιο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Δεν εξετάζεται μόνο εάν ο άνθρωπος είναι κατάλληλος για ομαδική θεραπεία. Εξετάζεται επίσης εάν η συγκεκριμένη ομάδα είναι κατάλληλη για αυτόν τον άνθρωπο. Η φάση ζωής, ο τρόπος σχέσης, η φύση των δυσκολιών, οι θεραπευτικές ανάγκες και η υπάρχουσα σύνθεση της ομάδας μπορεί να έχουν σημασία.
Η διαδικασία αυτή προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο όσο και την ήδη υπάρχουσα ομάδα και αποτελεί μέρος της θεραπευτικής ευθύνης που συνοδεύει κάθε νέα ένταξη.
Η ένταξη στην ομάδα
Εφόσον μετά την προκαταρκτική διαδικασία εκτιμηθεί ότι η ομάδα αποτελεί κατάλληλο πλαίσιο και υπάρχει διαθέσιμη θέση, μπορεί να συμφωνηθεί η ένταξη.
Η πρώτη περίοδος μπορεί να συνοδεύεται από σημαντικό άγχος. Ο νέος άνθρωπος μπορεί να εισέρχεται σε μια ομάδα που έχει ήδη ιστορία. Τα υπόλοιπα μέλη γνωρίζονται μεταξύ τους και υπάρχουν ήδη σχέσεις και τρόποι επικοινωνίας που ο ίδιος δεν γνωρίζει.
Δεν αναμένεται από το νέο μέλος να «προσαρμοστεί» αμέσως ούτε να αποκαλύψει προσωπικά πράγματα πριν αισθανθεί ότι μπορεί. Χρειάζεται χρόνος για να γνωρίσει την ομάδα και για να γνωρίσει η ομάδα εκείνον.
Η ίδια η εμπειρία της εισόδου αποτελεί συχνά πολύτιμο θεραπευτικό υλικό: πώς αισθάνεται κάποιος απέναντι στους άλλους, αν φοβάται ότι δεν θα γίνει δεκτός, αν προσπαθεί να γίνει αμέσως αρεστός, αν αισθάνεται ξένος, αν συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους, αν παρατηρεί περισσότερο απ’ όσο συμμετέχει ή αν προσπαθεί γρήγορα να αποκτήσει μια συγκεκριμένη θέση μέσα στην ομάδα.
Το θεραπευτικό πλαίσιο
Σταθερότητα και παρουσία
Η Αναλυτική Ομάδα βασίζεται σε ένα σταθερό θεραπευτικό πλαίσιο. Οι συναντήσεις πραγματοποιούνται σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα και η συστηματική παρουσία αποτελεί σημαντικό μέρος της θεραπευτικής δέσμευσης.
Η συνέπεια δεν αποτελεί γραφειοκρατικό κανόνα. Η ομάδα λειτουργεί μέσα από τη σταθερή παρουσία των μελών της. Κάθε μέλος καταλαμβάνει μια πραγματική και ψυχική θέση μέσα σε αυτήν και η παρουσία ή η απουσία του επηρεάζει τους υπόλοιπους.
Όταν κάποιος λείπει, η θέση του δεν εξαφανίζεται. Η απουσία μπορεί να προκαλέσει ενδιαφέρον, θυμό, ανησυχία, απογοήτευση, ανακούφιση ή ακόμη και φαινομενική αδιαφορία. Και αυτά μπορούν, όταν έχουν σημασία, να αποτελέσουν αντικείμενο θεραπευτικής διερεύνησης.
Η σταθερότητα του πλαισίου δημιουργεί σταδιακά τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν εμπιστοσύνη, ασφάλεια και βαθύτερες σχέσεις.
Εμπιστευτικότητα
Η εμπιστευτικότητα αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της θεραπευτικής λειτουργίας της ομάδας.
Όσα αφορούν τα άλλα μέλη και όσα εκείνα μοιράζονται μέσα στην ομάδα δεν μεταφέρονται εκτός του θεραπευτικού πλαισίου. Κάθε μέλος μπορεί ασφαλώς να μιλά για τη δική του εμπειρία, όχι όμως να αποκαλύπτει την ταυτότητα, την προσωπική ιστορία ή όσα έχουν ειπωθεί από άλλα μέλη.
Η εμπιστευτικότητα δεν αποτελεί απλώς κανόνα ευγένειας. Είναι αναγκαία για τη δημιουργία ενός χώρου στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν σταδιακά να αισθανθούν αρκετά ασφαλείς ώστε να μιλήσουν για πλευρές του εαυτού και της ζωής τους που συνήθως παραμένουν κρυμμένες.
Οι σχέσεις μεταξύ των μελών έξω από την ομάδα
Η θεραπευτική εργασία χρειάζεται να μπορεί να επιστρέφει στο κοινό θεραπευτικό πλαίσιο.
Όταν δημιουργούνται σημαντικές επαφές, σχέσεις ή συμμαχίες μεταξύ μελών έξω από την ομάδα και αυτές παραμένουν άγνωστες στην υπόλοιπη ομάδα, ένα μέρος της σχεσιακής ζωής της ομάδας μεταφέρεται σε έναν χώρο στον οποίο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο κοινής επεξεργασίας.
Για τον λόγο αυτό, τα ζητήματα εξωομαδικών επαφών αποτελούν μέρος του θεραπευτικού συμβολαίου και, όταν προκύπτουν, χρειάζεται να μπορούν να συζητούνται μέσα στην ομάδα.
Τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας;
Δεν υπάρχει προκαθορισμένη θεματολογία ούτε συγκεκριμένη σειρά με την οποία πρέπει να μιλήσουν τα μέλη. Η ομάδα μπορεί να ξεκινήσει από κάτι που συνέβη σε ένα μέλος κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, από ένα όνειρο, από μια σχέση, από ένα συναίσθημα που εμφανίστηκε απέναντι σε κάποιον μέσα στην ομάδα, από μια απουσία ή ακόμη και από μια περίοδο σιωπής.
Η συζήτηση εξελίσσεται μέσα από τις συνδέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στα μέλη. Ένα θέμα μπορεί να φέρει ένα άλλο, μια αφήγηση να κινητοποιήσει κάποιον, μια αντίδραση να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από το αρχικό γεγονός.
Αυτό μπορεί αρχικά να φαίνεται λιγότερο δομημένο σε κάποιον που περιμένει ότι ο θεραπευτής θα θέτει κάθε εβδομάδα ένα θέμα ή θα απευθύνει διαδοχικά ερωτήσεις. Η αναλυτική ομάδα όμως δεν λειτουργεί ως μάθημα ή καθοδηγούμενη συζήτηση. Η ελεύθερη επικοινωνία της ομάδας αποτελεί μέρος της μεθόδου, επειδή επιτρέπει να εμφανιστούν συνδέσεις και δυναμικές που δεν θα μπορούσαν να προκαθοριστούν.
Η σιωπή
Δεν είναι απαραίτητο να μιλά κανείς συνεχώς. Η σιωπή αποτελεί επίσης μέρος της επικοινωνίας.
Μπορεί να σημαίνει σκέψη, φόβο, θυμό, ντροπή, απόσυρση, αντίσταση, ανάγκη προστασίας ή απλώς την ανάγκη να ακούσει κανείς. Δεν χρειάζεται κάθε σιωπή να ερμηνεύεται ούτε κάθε άνθρωπος να πιέζεται να μιλήσει.
Με τον χρόνο όμως μπορεί να γίνει σημαντικό να διερευνηθεί η θέση που παίρνει κάποιος μέσα στην ομάδα: γιατί δυσκολεύεται πάντοτε να μιλήσει, γιατί κάποιος άλλος αισθάνεται υποχρεωμένος να γεμίζει κάθε σιωπή, γιατί ένας τρίτος μπορεί να εκφραστεί μόνο όταν κάποιος του απευθύνει πρώτος τον λόγο.
Η ομάδα δεν λειτουργεί με σειρά ούτε απαιτεί από κάθε μέλος να μιλά για ίσο χρονικό διάστημα. Αυτό που ενδιαφέρει είναι τι σημαίνει ο τρόπος με τον οποίο κάθε άνθρωπος βρίσκει — ή δυσκολεύεται να βρει — τη θέση και τη φωνή του μέσα στην ομάδα.
Η σύγκρουση
Μια θεραπευτική ομάδα δεν είναι μια ομάδα στην οποία όλοι πρέπει να συμφωνούν ή να συμπαθούν όλους.
Η διαφωνία, η απογοήτευση, ο θυμός, η ζήλια και η σύγκρουση αποτελούν αναπόφευκτα στοιχεία των ανθρώπινων σχέσεων. Επομένως μπορούν να εμφανιστούν και μέσα στην ομάδα.
Το θεραπευτικό ζήτημα δεν είναι να εξαλειφθεί κάθε σύγκρουση. Είναι να μπορέσει να γίνει αντικείμενο σκέψης αντί να οδηγεί αυτομάτως σε επίθεση, φυγή, υποταγή ή διακοπή της σχέσης.
Για έναν άνθρωπο που έχει μάθει ότι κάθε σύγκρουση σημαίνει καταστροφή μιας σχέσης, η δυνατότητα να θυμώσει με κάποιον, να μιλήσει γι’ αυτό και να ανακαλύψει ότι η σχέση μπορεί να επιβιώσει μπορεί να αποτελέσει σημαντική εμπειρία. Για κάποιον που χρησιμοποιεί τον θυμό για να κρατά τους άλλους μακριά, η ομάδα μπορεί να δημιουργήσει τη δυνατότητα να κατανοήσει τι προστατεύει αυτή η επιθετικότητα.
Η πορεία της θεραπείας
Η Αναλυτική Ομάδα είναι κατά κανόνα θεραπεία χωρίς προκαθορισμένο σύντομο αριθμό συνεδριών. Η ψυχική αλλαγή που αφορά βαθιά εγκατεστημένους τρόπους σχέσης και λειτουργίας χρειάζεται χρόνο.
Η πορεία δεν είναι γραμμική. Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι κατανοεί πολλά και άλλες στις οποίες μπορεί να αισθανθεί ότι τίποτε δεν κινείται. Υπάρχουν στιγμές εγγύτητας και στιγμές απόστασης, περίοδοι έντονης θεραπευτικής εργασίας και περίοδοι αντίστασης.
Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η θεραπεία «σταμάτησε». Συχνά οι περίοδοι δυσκολίας αποτελούν μέρος της ίδιας της διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν αρχίζουν να πλησιάζονται ψυχικές περιοχές που μέχρι τότε προστατεύονταν μέσω αποφυγής, άρνησης ή επανάληψης.
Τα μέλη δεν ολοκληρώνουν όλα μαζί τη θεραπεία τους. Μια ομάδα μπορεί να συνεχίζει τη ζωή της ενώ κάποιο μέλος ολοκληρώνει τη δική του πορεία και ένα νέο μέλος εντάσσεται αργότερα. Έτσι η ομάδα αποκτά ιστορία. Οι αφίξεις και οι αποχωρήσεις γίνονται και αυτές μέρος της ζωής και της θεραπευτικής εργασίας της.
Η αποχώρηση ως μέρος της θεραπείας
Όπως η ένταξη αποτελεί μέρος της θεραπείας, έτσι και η αποχώρηση αποτελεί θεραπευτικό γεγονός.
Η επιθυμία να φύγει κάποιος μπορεί ασφαλώς να σημαίνει ότι αισθάνεται πως η θεραπεία έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Μπορεί όμως ορισμένες φορές να εμφανίζεται όταν η θεραπεία γίνεται δύσκολη, όταν υπάρχει θυμός προς την ομάδα ή τον θεραπευτή, όταν κάποιος αισθάνεται εκτεθειμένος ή όταν ενεργοποιούνται παλαιότεροι τρόποι διακοπής των σχέσεων.
Για τον λόγο αυτό, η σκέψη της αποχώρησης χρειάζεται να μπορεί πρώτα να συζητηθεί. Δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν έχει δικαίωμα να αποφασίσει να φύγει. Σημαίνει ότι ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο αποχωρεί ένας άνθρωπος μπορεί να αποτελεί μέρος της θεραπευτικής του ιστορίας.
Όταν αποφασιστεί η ολοκλήρωση, χρειάζεται χρόνος ώστε τόσο το μέλος όσο και η ομάδα να μπορέσουν να επεξεργαστούν τον αποχωρισμό.
Τι μπορεί να αλλάξει μέσα από την Αναλυτική Ομάδα;
Η θεραπευτική αλλαγή δεν είναι ίδια για όλους και δεν μπορεί να υποσχεθεί εκ των προτέρων ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Για έναν άνθρωπο μπορεί να σημαίνει ότι αρχίζει να αναγνωρίζει τις ανάγκες του χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτές. Για έναν άλλον ότι μπορεί να θέτει όρια χωρίς να αισθάνεται ότι καταστρέφει μια σχέση. Για κάποιον άλλο ότι αρχίζει να αντιλαμβάνεται γιατί επιλέγει ξανά και ξανά ανθρώπους που τον απογοητεύουν ή γιατί απομακρύνεται όταν μια σχέση αρχίζει να γίνεται σημαντική.
Μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη ανοχή στη διαφορετικότητα του άλλου, μικρότερη ανάγκη ελέγχου, μεγαλύτερη δυνατότητα να αντέχει κανείς την αμφιθυμία, να αναγνωρίζει την επιθετικότητά του χωρίς να χρειάζεται ούτε να την αρνείται ούτε να την εκφορτίζει, να ζητά βοήθεια χωρίς να αισθάνεται αδύναμος, να αποδέχεται την ανάγκη για τους άλλους χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει την αυτονομία του.
Μπορεί επίσης να σημαίνει κάτι περισσότερο θεμελιώδες: να αρχίσει ένας άνθρωπος να αναγνωρίζει ότι ο άλλος είναι πραγματικά διαφορετικός από εκείνον — με δικές του ανάγκες, επιθυμίες, όρια και συναισθήματα — χωρίς αυτή η διαφορετικότητα να βιώνεται αναγκαστικά ως απόρριψη ή απειλή.
Δεν πρόκειται απλώς για «βελτίωση κοινωνικών δεξιοτήτων». Πρόκειται για μια βαθύτερη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του, τους άλλους και τον εαυτό του σε σχέση με τους άλλους.
Ατομική θεραπεία ή Αναλυτική Ομάδα;
Δεν υπάρχει γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η μία μορφή θεραπείας είναι καλύτερη από την άλλη. Πρόκειται για διαφορετικά θεραπευτικά πλαίσια με διαφορετικές δυνατότητες.
Η ατομική θεραπεία προσφέρει μια αποκλειστική θεραπευτική σχέση μέσα στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί βαθιά αναλυτική εργασία.
Η ομάδα προσφέρει κάτι που η ατομική θεραπεία δεν μπορεί να αναπαραγάγει με τον ίδιο τρόπο: πολλαπλές πραγματικές σχέσεις μέσα στο ίδιο θεραπευτικό πεδίο.
Ο άνθρωπος δεν μιλά μόνο για το πώς σχετίζεται. Σχετίζεται. Βλέπει τους άλλους να σχετίζονται μεταξύ τους. Παρατηρεί τι αισθάνεται όταν κάποιος άλλος βρίσκεται στο επίκεντρο, όταν κάποιος συμφωνεί μαζί του ή όταν κάποιος τον αμφισβητεί. Ανακαλύπτει πώς τον βιώνουν διαφορετικοί άνθρωποι και μπορεί να διαπιστώσει ότι η εικόνα που έχει για τον εαυτό του δεν συμπίπτει πάντοτε με τον τρόπο με τον οποίο τον βιώνουν οι άλλοι.
Για ορισμένους ανθρώπους αυτή ακριβώς η πολλαπλότητα των σχέσεων μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερα γόνιμο θεραπευτικό πεδίο.
Η επιλογή μεταξύ ατομικής και ομαδικής θεραπείας επομένως δεν χρειάζεται να γίνεται μόνο με βάση την αρχική προτίμηση του ενδιαφερομένου ή πρακτικούς παράγοντες. Χρειάζεται να εξετάζεται ποιο θεραπευτικό πλαίσιο μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στο συγκεκριμένο αίτημα, στις συγκεκριμένες δυσκολίες και στον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Εκδήλωση ενδιαφέροντος για την Αναλυτική Ομάδα
Όποιος αναζητά ψυχοθεραπεία και θεωρεί ότι η Αναλυτική Ομάδα μπορεί να τον αφορά μπορεί να υποβάλει αίτημα μέσω της φόρμας επικοινωνίας του CPS.
Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει ήδη αν η ομαδική θεραπεία είναι η κατάλληλη επιλογή για τον ίδιο. Αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας διερεύνησης.
Η υποβολή της φόρμας αποτελεί εκδήλωση ενδιαφέροντος και όχι εγγραφή στην ομάδα. Το αίτημα εξετάζεται και, εφόσον υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, μπορεί να ακολουθήσει επικοινωνία για προκαταρκτική συνάντηση.
Κατά τη διαδικασία αυτή διερευνώνται το θεραπευτικό αίτημα, η καταλληλότητα της ομαδικής θεραπείας και η δυνατότητα ένταξης στη συγκεκριμένη ομάδα. Εάν η Αναλυτική Ομάδα δεν θεωρηθεί το καταλληλότερο πλαίσιο, μπορεί να εξεταστεί διαφορετική θεραπευτική επιλογή.
Η απόφαση για συμμετοχή δεν χρειάζεται να έχει ληφθεί πριν από την πρώτη επικοινωνία. Η πρώτη επικοινωνία είναι ακριβώς το σημείο από το οποίο μπορεί να αρχίσει η διερεύνηση.
Michalis Paterakis
Founder and Director
Centre for Psychoanalytic Studies (CPS)
B.A. in Psychology, University of Indianapolis
M.A. in Humanistic Integrative Counselling and Psychotherapy, Middlesex University
Author of the book
Mother–Infant Relationship: Some Psychoanalytic Thoughts
🌐 cps.institute
✉️ info@cps.institute
📞 +30 211 715 1801
Analytic Group
The Analytic Group is a form of psychotherapy in which therapeutic work takes place within a stable group of people and is based on a psychoanalytic understanding of human psychic life and relationships. It is not a discussion group, a self-awareness seminar, or a gathering of people who necessarily face the same problem. It is a stable therapeutic setting within which each member has the opportunity to explore themselves, their relationships, their conflicts, and the recurring ways in which they relate to others.
The fundamental idea underlying the analytic group is that the human psychic world does not develop in isolation. From the beginning of life, we exist within relationships. Our earliest relationships with parents and other significant figures, and the ways in which we experienced closeness and distance, love and dependence, acceptance and rejection, desire, competition, jealousy, loss, and security, leave traces in the ways we relate later in life.
Many of these traces are not conscious. A person may know that they find it difficult to trust, that they fear rejection, that they often feel misunderstood by others, or that they repeatedly enter relationships that ultimately hurt them, without being able to fully understand why this happens. They may recognize the outcome of a recurring relational pattern without yet recognizing the unconscious forces that organize it.
In the analytic group, these ways of relating are not merely discussed. Gradually, they emerge within the group itself. This is where one of the most important possibilities of group analytic therapy lies: what a person repeatedly enacts in their relationships can emerge within a stable therapeutic setting, be observed, acquire meaning and, over time, begin to change.
The Group as a Therapeutic Field
In individual therapy, a person can talk about their relationships. In a group, in addition to talking about them, they inevitably begin to form relationships. This means that the therapeutic work is not limited to what someone recounts about their life outside the group. It also includes what happens between the members while they are together.
Someone may feel close to one member and distant from another. They may feel understood by one person, ignored by another, or feel that a third person occupies more space than they would like. Admiration, competition, jealousy, anger, fear, tenderness, mistrust, attraction, disappointment, or the wish to withdraw may emerge.
A person may fear being judged and find it difficult to speak. They may occupy a great deal of space or almost none at all. They may constantly try to help others or feel responsible for their feelings. They may seek acceptance, avoid all conflict, form alliances, feel marginalized, become angry when someone else receives attention, or expect the therapist to protect them, vindicate them, or tell them what they should do.
These experiences are not deviations from the therapy. They are part of the therapeutic material itself.
The group creates a social and psychic field within which ways of relating that also exist outside it can emerge in real time. The person does not merely observe their difficulties retrospectively; they can encounter them within the relationships that develop in the therapeutic setting.
This allows something particularly important to occur: understanding does not remain merely intellectual. A person may have known for years that they “fear rejection.” It is quite different, however, to be able to observe the very moment in which they expect rejection from another group member, to see how they interpret that person’s behaviour, how they respond to it, and how they themselves may unknowingly contribute to creating a relationship that confirms their fear.
The Past Within the Present
Childhood, family, previous relationships, losses, conflicts, and traumatic experiences can certainly form an important part of therapeutic exploration. Analytic work, however, is not limited to reconstructing the past.
The past tends to reappear in the present.
A person who learned that they must always be useful in order to be loved may become the one who takes care of everyone else in the group while finding it difficult to allow others to care for them. Someone who expects rejection may experience neutrality as rejection. Someone who fears dependence may find it difficult to acknowledge that the group has begun to become important to them. A person who learned to withdraw when other people’s needs became intense may remain silent even when they have much to say.
What initially appears as “character,” as an automatic response, or simply as “this is just who I am,” can gradually become an object of thought. Why do I feel this way with this person? Why am I silent now? Why am I afraid that they will reject me? Why does what was said make me so angry? Why do I need the validation of others? Why do I feel that there is no room for me? Why, when someone comes close to me, do I feel the need to move away?
The movement from automatic repetition to observation, from observation to understanding, and from understanding to the possibility of a different psychic and relational response constitutes a central part of the therapeutic work.
Others Are Not Merely Listeners
In the Analytic Group, the other members are not there simply to listen passively to one person’s story. Every member affects and is affected by the others.
An experience described by one person may evoke a memory in someone else. The silence of one member may provoke anger in a second and anxiety in a third. One person may unconsciously remind someone of their father, another of a sibling, and another of someone towards whom they have always felt competitive.
A complex network of relationships, emotions, identifications, projections, transferences, and reactions is thus created. In group analytic theory, Foulkes described this shared relational and communicative field using the term group matrix. The individual does not disappear within the group; on the contrary, the particular way in which they exist within this network can become more visible.
The presence of several people also creates something that cannot be reproduced in the same way within a relationship between two people: multiple perspectives on the same person. Someone may discover that a characteristic they regard as a weakness is experienced by others as sensitivity, or that behaviour they have always regarded simply as “honesty” is experienced by some as aggression. The issue is not who is “right.” It is the possibility of acquiring a richer and more complex understanding of oneself and of the ways in which one relates.
Transference and Multiple Relationships
In individual psychoanalytic therapy, an important part of the therapeutic work concerns the transference towards the therapist. In a group, the situation is more complex.
Transference relationships can develop towards the therapist, towards particular members, towards subgroups, and towards the group as a whole. One member may be experienced as an older sibling, another as a rival, and another as a fragile person who must be protected. The therapist may be experienced as an authority figure, an indifferent parent, someone who prefers the other members, or as the person who is supposed to correct every injustice and resolve every conflict.
Analytic work does not treat these experiences as “mistakes” that simply need to be corrected. It seeks to understand what they mean psychically, where they come from, and what they reveal about the way in which the person organizes their relationships.
Mirroring and the Recognition of the Self
Sometimes it is easier to recognize something of our own when we first encounter it in another person.
Someone may feel intensely irritated by another member’s dependency and later recognize how difficult it is for them to accept their own dependent needs. Someone may admire another person’s ability to express anger and gradually realize how forbidden anger has been in their own life. Another person may recognize in a group member a vulnerability that they had learned to despise in themselves.
This function of mirroring is one of the particular possibilities offered by the group. Members become multiple mirrors for one another, not because they reflect a single, objective “truth,” but because they allow different aspects of the self and of relationships to become visible.
The Group Is Not a Place for Giving Advice
The Analytic Group does not primarily aim to provide ready-made solutions for how a person should live.
The therapist is not there to decide which relationship should end, which job should be chosen, or which decision is “correct.” Nor are the other members expected to act as advisers who know better what someone else should do.
The focus is instead on understanding: What is happening within me? What keeps repeating itself? Why does this situation affect me so intensely? What do I expect from the other person? What am I afraid will happen? Why do I find myself in a similar position again? What is happening right now between me and the people around me?
Therapeutic change is not pursued through compliance with advice. It is pursued through the gradual expansion of a person’s capacity to think about themselves and their relationships, to recognize their feelings and desires, to tolerate a greater degree of psychic complexity, and to acquire greater freedom in relation to patterns of relating that until then had been repeated almost compulsively.
The Role of the Therapist
The group therapist does not function as the leader of a discussion or as a teacher who gives each member a turn to speak. The therapist maintains the therapeutic setting and attends both to the individual and to the group as a whole.
The therapist listens not only to what is said but also to what happens between people: who speaks after whom, what silences emerge, which themes recur, what alliances form, what is avoided, which feelings are difficult to tolerate, and what the group may be expressing without yet being able to think about it.
The therapist’s interventions aim to facilitate analytic work and increase the group’s capacity to think about what it is experiencing. Their purpose is not to replace the group’s own psychic work or to become the sole person through whom the members communicate. In the group analytic tradition, the therapist is often described as the conductor, precisely because the therapeutic function develops within the group’s entire network and is not concentrated exclusively in the therapist.
Who May Benefit from the Analytic Group?
The Analytic Group may be suitable for people seeking therapy who wish to understand more deeply the ways in which they experience themselves and relate to others.
It may be appropriate for people who notice that certain difficulties repeatedly emerge in their lives: difficulty with intimacy or commitment, fear of abandonment or rejection, an intense need for validation, difficulty trusting others, loneliness even in the presence of other people, difficulty expressing wishes and setting boundaries, recurring conflicts, excessive adaptation to the needs of others, or repeated relationships that tend to end in similar ways.
It may also be relevant for people experiencing anxiety, depressive feelings, low self-esteem, shame, guilt, difficulties concerning identity, or a more general sense that something in their lives or relationships is not functioning as they would like, without being able to understand sufficiently why.
It is not necessary for someone to know in advance that they “need group therapy.” Many people simply seek psychotherapy, and the possibility of participating in an analytic group emerges during the exploration of their therapeutic needs.
Nor does someone need to be “sociable” or extroverted in order to participate. They do not need to feel comfortable speaking in front of others from the outset. Difficulty speaking, trusting, claiming space, or feeling that one belongs may be precisely part of what can be explored therapeutically.
Fear of the Group
For many people, the idea of a therapy group initially evokes greater discomfort or fear than the idea of individual therapy. They may wonder whether they will be able to speak in front of others, whether they will be judged, whether they will have to reveal things they do not wish to disclose, or whether their problems will seem insignificant compared with those of other members.
These concerns are understandable. No member is expected to disclose personal experiences before they feel able to do so. Trust is not regarded as something that must already exist at the first meeting; it is something that develops over time.
Indeed, many of the initial anxieties about the group may later acquire therapeutic significance. The fear that “others will judge me,” that “there will be no room for me,” or that “I will have nothing important to say” may be connected with much broader ways in which a person experiences themselves within relationships.
When the Analytic Group May Not Be the Appropriate Setting
Group therapy is not the appropriate choice for every person or at every period of a person’s life. Suitability cannot be determined through a simple checklist of symptoms.
The nature of the therapeutic request, the person’s current psychological state, their capacity to function within a group setting, their ability to respect boundaries and confidentiality, their capacity for regular attendance, and the composition of the particular group all need to be considered.
In some cases, individual therapy may be considered more appropriate. In others, it may be useful for a period of individual therapeutic work to precede consideration of joining a group.
For this reason, expressing interest does not automatically result in admission to the group.
From the Initial Enquiry to Joining the Group
Initial Contact
The process begins with submitting an enquiry.
In the initial enquiry, there is no need to describe one’s entire personal history or to provide sensitive details through an online form that one does not wish to disclose. A brief description of the reason for seeking therapy and, if already known, an interest in the Analytic Group is sufficient.
The enquiry is reviewed and, where the relevant conditions are met, contact may follow to arrange a preliminary meeting.
Preliminary Meetings
Joining an analytic group is not simply a matter of registration. It is preceded by a process of assessment and preparation.
The preliminary meetings give the person an opportunity to speak more freely about their reasons for seeking therapy, the difficulties that concern them, significant relationships and experiences in their life, any previous therapy, and their expectations or concerns regarding treatment.
At the same time, these meetings allow consideration of whether the particular group can provide an appropriate therapeutic setting for that particular person.
The question is not only whether the person is suitable for group therapy. It is also whether the particular group is suitable for that person. Their stage of life, ways of relating, the nature of their difficulties, their therapeutic needs, and the existing composition of the group may all be relevant.
This process protects both the person considering joining and the existing group and forms part of the therapeutic responsibility involved in every new admission.
Joining the Group
If, following the preliminary process, the group is considered an appropriate therapeutic setting and a place is available, joining the group may be agreed.
The initial period may involve considerable anxiety. The new member may be entering a group that already has a history. The other members know one another, and relationships and patterns of communication already exist that the new member does not yet know.
The new member is not expected to “fit in” immediately or to disclose personal matters before they feel able to do so. Time is needed for them to become acquainted with the group and for the group to become acquainted with them.
The experience of entering the group can itself provide valuable therapeutic material: how a person feels towards the others, whether they fear they will not be accepted, whether they try immediately to be liked, whether they feel like an outsider, whether they compare themselves with the others, whether they observe more than they participate, or whether they quickly try to establish a particular position within the group.
The Therapeutic Setting
Stability and Attendance
The Analytic Group is based on a stable therapeutic setting. Meetings take place on a specific day and at a specific time, and regular attendance constitutes an important part of the therapeutic commitment.
Consistency is not a bureaucratic rule. The group functions through the stable presence of its members. Each member occupies both an actual and a psychic place within it, and their presence or absence affects the others.
When someone is absent, their place does not disappear. Their absence may evoke interest, anger, anxiety, disappointment, relief, or even apparent indifference. When significant, these reactions can themselves become part of therapeutic exploration.
The stability of the setting gradually creates the conditions within which trust, security, and deeper relationships can develop.
Confidentiality
Confidentiality is a fundamental condition of the therapeutic functioning of the group.
Information concerning other members and what they share within the group is not taken outside the therapeutic setting. Each member can, of course, speak about their own experience, but not disclose the identity, personal history, or statements of other members.
Confidentiality is not merely a rule of courtesy. It is necessary for creating a space in which people can gradually feel sufficiently safe to speak about aspects of themselves and their lives that would ordinarily remain hidden.
Relationships Between Members Outside the Group
Therapeutic work needs to be able to return to the shared therapeutic setting.
When significant contacts, relationships, or alliances develop between members outside the group and remain unknown to the rest of the group, part of the group’s relational life is transferred into a space where it cannot become the subject of shared exploration.
For this reason, issues concerning contact outside the group form part of the therapeutic agreement and, when they arise, need to be available for discussion within the group.
What Happens During a Session?
There is no predetermined topic and no prescribed order in which members must speak. The group may begin with something that happened to a member during the week, a dream, a relationship, a feeling that has emerged towards someone within the group, an absence, or even a period of silence.
The discussion develops through the connections that emerge between members. One subject may lead to another, one person’s account may evoke something in another, and a reaction may become more significant than the event that originally prompted the discussion.
At first, this may appear less structured to someone expecting the therapist to introduce a topic each week or ask each member questions in turn. The analytic group, however, does not function as a class or a guided discussion. The group’s free communication is part of the method because it allows connections and dynamics to emerge that could not have been predetermined.
Silence
It is not necessary to speak continuously. Silence is also part of communication.
It may signify thought, fear, anger, shame, withdrawal, resistance, a need for protection, or simply the need to listen. Not every silence needs to be interpreted, nor should every person be pressured to speak.
Over time, however, it may become important to explore the position a person takes within the group: why they consistently find it difficult to speak, why another person feels compelled to fill every silence, or why a third can express themselves only when someone else addresses them first.
The group does not operate by turns, nor does it require each member to speak for an equal amount of time. What matters is the meaning of the way each person finds — or struggles to find — their place and their voice within the group.
Conflict
A therapeutic group is not a group in which everyone must agree with or like everyone else.
Disagreement, disappointment, anger, jealousy, and conflict are inevitable aspects of human relationships. They can therefore emerge within the group as well.
The therapeutic task is not to eliminate all conflict. It is to make it possible for conflict to become an object of thought rather than automatically leading to attack, flight, submission, or the termination of a relationship.
For someone who has learned that every conflict means the destruction of a relationship, the experience of becoming angry with someone, speaking about it, and discovering that the relationship can survive may be significant. For someone who uses anger to keep others at a distance, the group may create the possibility of understanding what that aggression is protecting.
The Course of Therapy
The Analytic Group is generally a form of therapy without a predetermined short number of sessions. Psychic change involving deeply established patterns of relating and functioning takes time.
The course of therapy is not linear. There are periods in which a person may feel that they understand a great deal and others in which they may feel that nothing is moving. There are moments of closeness and moments of distance, periods of intensive therapeutic work and periods of resistance.
This does not necessarily mean that therapy has “stopped.” Periods of difficulty are often part of the process itself, particularly when psychic areas that had previously been protected through avoidance, denial, or repetition begin to be approached.
Members do not all complete their therapy at the same time. A group may continue its life while one member completes their own therapeutic journey and a new member joins at a later stage. In this way, the group acquires a history. Arrivals and departures themselves become part of the life and therapeutic work of the group.
Leaving as Part of Therapy
Just as joining the group forms part of therapy, leaving the group is also a therapeutic event.
The wish to leave may, of course, mean that a person feels their therapy has completed its course. At times, however, it may emerge when therapy becomes difficult, when there is anger towards the group or the therapist, when someone feels exposed, or when earlier patterns of ending relationships are activated.
For this reason, thoughts about leaving need first to be available for discussion. This does not mean that someone does not have the right to decide to leave. It means that even the way in which a person leaves may form part of their therapeutic history.
Once completion has been decided, time is needed so that both the member and the group can work through the separation.
What Can Change Through the Analytic Group?
Therapeutic change is not the same for everyone, and no specific outcome can be promised in advance.
For one person, change may mean beginning to recognize their needs without feeling ashamed of them. For another, it may mean becoming able to establish boundaries without feeling that doing so will destroy a relationship. For someone else, it may mean beginning to understand why they repeatedly choose people who disappoint them or why they withdraw when a relationship begins to become important.
It may mean greater tolerance of another person’s difference, less need for control, a greater capacity to tolerate ambivalence, to recognize one’s aggression without either denying it or discharging it, to ask for help without feeling weak, and to accept the need for others without feeling that one is losing one’s autonomy.
It may also mean something more fundamental: beginning to recognize that the other person is genuinely different — with their own needs, desires, boundaries, and feelings — without that difference necessarily being experienced as rejection or threat.
This is not simply a matter of “improving social skills.” It involves a deeper transformation in the way a person experiences themselves, others, and themselves in relation to others.
Individual Therapy or the Analytic Group?
There is no general rule according to which one form of therapy is better than the other. They are different therapeutic settings with different possibilities.
Individual therapy offers an exclusive therapeutic relationship within which deep analytic work can develop.
The group offers something that individual therapy cannot reproduce in the same way: multiple real relationships within the same therapeutic field.
A person does not merely talk about how they relate. They relate. They see other people relating to one another. They observe what they feel when someone else becomes the focus of attention, when someone agrees with them, or when someone challenges them. They discover how different people experience them and may find that the image they have of themselves does not always coincide with the way others experience them.
For some people, precisely this multiplicity of relationships can provide a particularly fertile therapeutic field.
The choice between individual and group therapy, therefore, need not be determined solely by the person’s initial preference or by practical considerations. It is important to consider which therapeutic setting may respond more appropriately to the particular therapeutic request, the particular difficulties, and the particular person.
Expressing Interest in the Analytic Group
Anyone seeking psychotherapy who feels that the Analytic Group may be relevant to them can submit an enquiry through the CPS contact form.
It is not necessary to know in advance whether group therapy is the appropriate choice. Determining this forms part of the exploratory process.
Submitting the form constitutes an expression of interest and not registration in the group. The enquiry is reviewed and, where the relevant conditions are met, contact may follow to arrange a preliminary meeting.
During this process, the therapeutic request, the suitability of group therapy, and the possibility of joining the particular group are explored. If the Analytic Group is not considered the most appropriate setting, a different therapeutic option may be considered.
The decision to participate does not need to have been made before the initial contact. The initial contact is precisely the point from which that exploration can begin.
